Επιθέματα βιταμινών: Απορροφώνται πραγματικά από τον οργανισμό ή πρόκειται για σπατάλη χρημάτων;

Η υπόσχεση ακούγεται ιδιαίτερα ελκυστική: ένα διακριτικό αυτοκόλλητο στο δέρμα που απελευθερώνει συνεχώς όλα τα απαραίτητα θρεπτικά συστατικά, καταργώντας την ανάγκη για χάπια, κάψουλες και αναβράζοντα δισκία. Τα λεγόμενα «vitamin patches» (επιθέματα βιταμινών) γνωρίζουν ραγδαία άνθηση στη βιομηχανία του wellness, συνοδευόμενα από ισχυρισμούς για άμεση τόνωση της ενέργειας, ενίσχυση του ανοσοποιητικού και καλύτερη πνευματική διαύγεια. Ωστόσο, η επιστημονική κοινότητα προειδοποιεί ότι η πραγματικότητα απέχει σημαντικά από τις διαφημιστικές υποσχέσεις.

Ο δερματικός φραγμός και οι βιολογικοί περιορισμοί

Το ανθρώπινο δέρμα δεν σχεδιάστηκε για να απορροφά θρεπτικά συστατικά, αλλά για να λειτουργεί ως μια αδιαπέραστη ασπίδα προστασίας απέναντι σε παθογόνους μικροοργανισμούς, χημικές ουσίες και περιβαλλοντικούς παράγοντες. Όπως επισημαίνει σε ανάλυση της βρετανικής εφημερίδας Guardian ο καθηγητής Φαρμακευτικής Χημείας στο Πανεπιστήμιο Μακουάρι της Αυστραλίας, Νάιαλ Γουίτ, ελάχιστες ουσίες διαθέτουν τις κατάλληλες μοριακές ιδιότητες ώστε να διαπεράσουν την εξωτερική στιβάδα της επιδερμίδας.

Ενώ υπάρχουν επιτυχημένα διαδερμικά φαρμακευτικά σκευάσματα —όπως τα επιθέματα νικοτίνης, ορμονών ή παυσίπονων— αυτά έχουν διαμορφωθεί με αυστηρές προδιαγραφές για συγκεκριμένα μόρια. Αντίθετα, οι υδατοδιαλυτές βιταμίνες, όπως η βιταμίνη C και οι βιταμίνες του συμπλέγματος Β, καθώς και βασικά μέταλλα όπως ο σίδηρος και το μαγνήσιο, συναντούν ανυπέρβλητα εμπόδια στη διαδερμική διέλευση. Ακόμη και οι λιποδιαλυτές βιταμίνες (A, D, E, K), που θεωρητικά έχουν μεγαλύτερη ευχέρεια διείσδυσης, δεν έχει αποδειχθεί ότι φτάνουν στην κυκλοφορία του αίματος σε επαρκείς ποσότητες ώστε να αποφέρουν μετρήσιμο θεραπευτικό όφελος.

Τι αποκαλύπτουν οι κλινικές μελέτες

Τα διαθέσιμα κλινικά δεδομένα για την αποτελεσματικότητα των επιθεμάτων είναι απογοητευτικά. Χαρακτηριστική είναι μελέτη που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Obesity Surgery το 2019, στην οποία συγκρίθηκαν ασθενείς μετά από γαστρική παράκαμψη —μια ομάδα υψηλού κινδύνου για διατροφικές ελλείψεις— οι οποίοι χρησιμοποίησαν είτε επιθέματα είτε συμβατικά συμπληρώματα από το στόμα. Έπειτα από έναν χρόνο παρακολούθησης, όσοι φορούσαν επιθέματα εμφάνισαν σημαντικά χαμηλότερα επίπεδα βιταμινών Β1 και Β12 στο αίμα τους σε σύγκριση με όσους λάμβαναν χάπια.

Παράλληλα, επιστημονική ανασκόπηση στην ιατρική επιθεώρηση Metabolism Open κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα στοιχεία υπέρ των διαδερμικών επιθεμάτων είναι προς το παρόν ανεπαρκή. Όσον αφορά το αίσθημα ευεξίας που συχνά αναφέρουν ορισμένοι χρήστες, οι ερευνητές εκτιμούν ότι αποδίδεται σε μεγάλο βαθμό στο φαινόμενο placebo (αυθυποβολή), καθώς η θετική προσδοκία δημιουργεί μια παροδική υποκειμενική βελτίωση.

Επένδυση στη διατροφή αντί για αμφίβολες λύσεις

Η καθηγήτρια Διατροφής και Διαιτολογίας στο Πανεπιστήμιο του Νιούκαστλ, Κλερ Κόλινς, υπογραμμίζει πως για τη συντριπτική πλειονότητα των υγιών ατόμων, οι διατροφικές ανάγκες καλύπτονται πλήρως μέσα από μια ισορροπημένη διατροφή. Σε περιπτώσεις διαγνωσμένης έλλειψης, η στοχευμένη αγωγή με εγκεκριμένα σκευάσματα από το στόμα παραμένει η ενδεδειγμένη μέθοδος υπό την καθοδήγηση γιατρού.

Η σύσταση των ειδικών είναι σαφής: τα χρήματα που δαπανώνται σε καινοφανή προϊόντα αμφίβολης αποτελεσματικότητας θα αποδώσουν πολύ περισσότερο εάν διοχετευθούν στην αγορά φρέσκων φρούτων, λαχανικών και τροφών πλούσιων σε φυτικές ίνες, οι οποίες εξασφαλίζουν ουσιαστική και αποδεδειγμένη θρεπτική αξία στον οργανισμό.

ThePostPolitics Newsroom
ThePostPolitics Newsroom