Ενεργειακή καταιγίδα: Πώς οι πόλεμοι σε Ουκρανία και Μέση Ανατολή πιέζουν τις τιμές των καυσίμων

Η διεθνής ενεργειακή αγορά βρίσκεται εγκλωβισμένη στη μέγγενη δύο παράλληλων πολεμικών μετώπων, με τις επιπτώσεις να μεταφέρονται με ένταση στην παγκόσμια οικονομία και στην τσέπη των καταναλωτών. Στο επίκεντρο αυτής της γεωπολιτικής καταιγίδας, ο πρώην πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στις απαιτήσεις της προεκλογικής του εκστρατείας και στην εκρηκτική πραγματικότητα του κόστους των καυσίμων, ιδίως του diesel, το οποίο αποτελεί νευραλγικό δείκτη για τον πληθωρισμό και τη λειτουργία των εφοδιαστικών αλυσίδων.

Το ρήγμα Ουάσιγκτον – Κιέβου και τα ρωσικά διυλιστήρια

Η στρατηγική του Κιέβου να στοχεύει συστηματικά ρωσικές ενεργειακές υποδομές αποτελεί σημείο τριβής με την Ουάσιγκτον. Σύμφωνα με εκτιμήσεις αναλυτών στη Wall Street Journal, οι επιθέσεις ουκρανικών drones είχαν θέσει προσωρινά εκτός λειτουργίας έως και το 40% με 50% της ικανότητας διύλισης της Ρωσίας. Για τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι, τα πλήγματα αυτά αποτελούν ζωτικό μοχλό πίεσης για τον περιορισμό των εσόδων που χρηματοδοτούν τον πόλεμο του Βλαντίμιρ Πούτιν.

Αντίθετα, ο Ντόναλντ Τραμπ έχει εκφράσει έντονη δυσφορία, υποστηρίζοντας ότι αυτές οι επιχειρήσεις αποσταθεροποιούν την παγκόσμια αγορά καυσίμων. Η πρόσφατη προσπάθεια επιβολής μιας άτυπης «ενεργειακής εκεχειρίας» κατέρρευσε ταχύτατα, καθώς οι ρωσικές επιθέσεις σε ουκρανικά δίκτυα συνεχίστηκαν, οδηγώντας τον Ζελένσκι στην επανέναρξη των επιδρομών. Προκειμένου να αναχαιτίσει την άνοδο των τιμών, ο Λευκός Οίκος προχώρησε σε προσωρινή άρση κυρώσεων για το ρωσικό diesel, προκαλώντας όμως έντονες αντιδράσεις τόσο στο εσωτερικό των ΗΠΑ όσο και μεταξύ των Ευρωπαίων συμμάχων, οι οποίοι κάνουν λόγο για οικονομική επιβράβευση της Μόσχας.

Το μέτωπο του Ιράν, ο σκιώδης στόλος και τα ναύλα

Ενώ η προσοχή συχνά επικεντρώνεται στην ανατολική Ευρώπη, αναλυτές επισημαίνουν ότι ο πόλεμος γύρω από το Ιράν και τη Μέση Ανατολή παραμένει η βασική πηγή συστημικής ανησυχίας. Σύμφωνα με στοιχεία της εταιρείας Kpler, ο κίνδυνος σύγκρουσης στην περιοχή επιβαρύνει δυσανάλογα το κόστος θαλάσσιας μεταφοράς, επιβάλλοντας υψηλά ασφάλιστρα πολεμικού κινδύνου στα δεξαμενόπλοια.

Για την αντιμετώπιση του ελλείμματος μεταφορικής ικανότητας, εξετάζεται το σχέδιο πώλησης δεξαμενόπλοιων του «σκιώδους στόλου» που συνδέονται με τη Ρωσία και το Ιράν σε νόμιμους φορείς. Όπως εκτιμά η Energy Aspects, το 13% έως 19% του παγκόσμιου στόλου δεξαμενόπλοιων τελεί υπό αμερικανικές κυρώσεις. Η επαναφορά μέρους αυτών των πλοίων στο επίσημο εμπόριο αποσκοπεί στη μείωση των ναύλων, χωρίς ωστόσο να εξαλείφει τις γεωπολιτικές απειλές στις κρίσιμες θαλάσσιες διόδους.

Δυσεπίλυτη η εξίσωση της αντλίας

Η αποκλιμάκωση στην αντλία δεν συνδέεται αποκλειστικά με την τιμή του αργού πετρελαίου. Το τελικό κόστος εξαρτάται άμεσα από τη διαθεσιμότητα των διυλιστηρίων, τις θαλάσσιες διαδρομές και τη διανομή. Με το diesel να παραμένει σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα –αγγίζοντας πρόσφατα τα 6,31 δολάρια ανά γαλόνι στις ΗΠΑ, σύμφωνα με τους Financial Times–, ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας προειδοποιεί ότι οι πιέσεις προσφοράς ενδέχεται να διατηρηθούν έως τα μέσα του 2027. Οι τακτικοί ελιγμοί και οι αποσπασματικές συμφωνίες δύσκολα μπορούν να υπερκεράσουν τις δομικές ελλείψεις όσο οι στρατιωτικές συγκρούσεις διατηρούν την παγκόσμια ενέργεια σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης.

ThePostPolitics Newsroom
ThePostPolitics Newsroom