«Οικονομικό D-Day» του Ντόναλντ Τραμπ κατά του Ιράν: Η πίεση στην Τεχεράνη και ο αστάθμητος παράγοντας της Κίνας

Η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο σηματοδοτεί την έναρξη μιας νέας, ακόμη πιο επιθετικής φάσης στην εξωτερική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών, με την Τεχεράνη να βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο των εξελίξεων. Η Ουάσιγκτον προετοιμάζει αυτό που πολλοί αναλυτές και διπλωμάτες αποκαλούν «οικονομικό D-Day», μια στρατηγική ολοκληρωτικού αποκλεισμού με στόχο την πλήρη οικονομική ασφυξία του Ιράν. Ωστόσο, η επιτυχία αυτού του φιλόδοξου εγχειρήματος δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τις αμερικανικές προθέσεις, αλλά από τη στάση που θα κρατήσει ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Τεχεράνης: η Κίνα.

Η στρατηγική της «μέγιστης πίεσης» και το πετρελαϊκό εμπάργκο

Κατά την πρώτη του προεδρική θητεία, ο Ντόναλντ Τραμπ είχε εφαρμόσει την πολιτική της «μέγιστης πίεσης», αποσύροντας μονομερώς τις ΗΠΑ από την πυρηνική συμφωνία του 2015 και επιβάλλοντας εξοντωτικές κυρώσεις. Σήμερα, το σχέδιο της νέας αμερικανικής διοίκησης προβλέπει την δραστική αυστηροποίηση αυτών των μέτρων, με κύριο στόχο τις εξαγωγές αργού πετρελαίου, οι οποίες αποτελούν τον βασικότερο χρηματοδοτικό πνεύμονα του ιρανικού κράτους. Παρά τις υπάρχουσες κυρώσεις, η Τεχεράνη είχε καταφέρει τα τελευταία χρόνια να διατηρήσει τις ροές πετρελαίου σε σχετικά υψηλά επίπεδα, χρησιμοποιώντας κυρίως ανεπίσημα κανάλια, μεταφορές από πλοίο σε πλοίο και τη λεγόμενη «σκοτεινή δεξαμενή» (dark fleet) τάνκερ.

Η νέα αμερικανική στρατηγική στοχεύει να κλείσει ερμητικά αυτές τις διόδους. Ο περιορισμός των εσόδων του Ιράν δεν αποσκοπεί μόνο στην εσωτερική οικονομική αποσταθεροποίηση της χώρας, αλλά και στη δραστική μείωση της χρηματοδότησης των περιφερειακών συμμάχων της Τεχεράνης στη Μέση Ανατολή, όπως η Χεζμπολάχ στον Λίβανο, η Χαμάς στη Γάζα και οι αντάρτες Χούθι στην Υεμένη. Η οικονομική πίεση αναμένεται να είναι άμεση, προκαλώντας περαιτέρω υποτίμηση του εθνικού νομίσματος του Ιράν και εκτόξευση του πληθωρισμού σε δυσθεώρητα επίπεδα.

Το μεγάλο ρίσκο με την Κίνα και η απειλή αντιμέτρων

Το πραγματικό πεδίο μάχης αυτής της οικονομικής σύγκρουσης, ωστόσο, δεν βρίσκεται στην Τεχεράνη, αλλά στο Πεκίνο. Η Κίνα αποτελεί σήμερα τον σημαντικότερο αγοραστή του ιρανικού πετρελαίου, απορροφώντας τη μερίδα του λέοντος των εξαγωγών του, συχνά με σημαντικές εκπτώσεις. Για να πετύχει το «οικονομικό D-Day», ο Ντόναλντ Τραμπ θα πρέπει να αναγκάσει την κινεζική ηγεσία να σταματήσει αυτές τις εισαγωγές, πράγμα εξαιρετικά δύσκολο.

Αυτό σημαίνει ότι οι ΗΠΑ ενδέχεται να επιβάλουν δευτερογενείς κυρώσεις σε μεγάλες κινεζικές τράπεζες, διυλιστήρια και εμπορικές επιχειρήσεις που διευκολύνουν τις συναλλαγές και τη μεταφορά του ιρανικού πετρελαίου. Μια τέτοια κίνηση, όμως, ενέχει τεράστιους γεωπολιτικούς και οικονομικούς κινδύνους. Το Πεκίνο έχει ήδη καταστήσει σαφές ότι θεωρεί τις μονομερείς κυρώσεις παράνομες και δεν προτίθεται να συμμορφωθεί. Εάν η Ουάσιγκτον προχωρήσει σε επιθετικές ενέργειες κατά κινεζικών χρηματοπιστωτικών κολοσσών, η Κίνα είναι έτοιμη να απαντήσει με δικά της οικονομικά αντίμετρα, γεγονός που θα μπορούσε να πυροδοτήσει έναν νέο, γενικευμένο εμπορικό πόλεμο μεταξύ των δύο μεγαλύτερων οικονομιών του πλανήτη.

Μια γεωπολιτική ισορροπία σε τεντωμένο σχοινί

Η αναμέτρηση αυτή ξεπερνά τα στενά όρια της Μέσης Ανατολής και μετατρέπεται σε ένα παγκόσμιο παιχνίδι ισχύος. Ο Ντόναλντ Τραμπ καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στην επιθυμία του να γονατίσει οικονομικά το Ιράν και στην ανάγκη να αποφύγει μια μετωπική ρήξη με την Κίνα, η οποία θα μπορούσε να διαταράξει τις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες και τις αγορές ενέργειας. Οι επόμενοι μήνες θα δείξουν αν η στρατηγική της Ουάσιγκτον θα οδηγήσει σε μια νέα διπλωματική συμφωνία ή σε μια ανεξέλεγκτη κλιμάκωση με απρόβλεπτες συνέπειες για τη διεθνή σταθερότητα.

ThePostPolitics Newsroom
ThePostPolitics Newsroom