OFF THE RECORD: Μη μου λες να ζω με αναμνήσεις…
Απόφαση-σταθμός του ΔΕΕ για απάτες στο e-banking: Υποχρεωτική η άμεση επιστροφή χρημάτων από τις τράπεζες

Σε μια κρίσιμη απόφαση που αναδιαμορφώνει τα δικαιώματα των καταναλωτών στον ψηφιακό τραπεζικό τομέα προχώρησε το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ). Σύμφωνα με τη δικαστική κρίση στην υπόθεση C-70/25 (Tukowiecka), τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να επιστρέφουν άμεσα τα ποσά μη εγκεκριμένων συναλλαγών στους λογαριασμούς των θυμάτων ηλεκτρονικής απάτης, χωρίς να μπορούν να απορρίψουν το αίτημα επικαλούμενα «βαριά αμέλεια» του πελάτη.
Το χρονικό της υπόθεσης και η απόφαση του ευρωδικαστηρίου
Η υπόθεση έφτασε στο ΔΕΕ κατόπιν προδικαστικού ερωτήματος από πολωνικό δικαστήριο, έπειτα από προσφυγή καταναλώτριας που έπεσε θύμα υποκλοπής στοιχείων (phishing). Η παθούσα παραπλανήθηκε από κακόβουλο υπερσύνδεσμο σε ηλεκτρονική πλατφόρμα αγοραπωλησιών, ο οποίος προσομοίαζε απόλυτα την πλατφόρμα e-banking της τράπεζάς της, καταχωρίζοντας τους κωδικούς της με αποτέλεσμα να πραγματοποιηθούν μη εγκεκριμένες πληρωμές. Όταν η ίδια αντιλήφθηκε την απάτη και ενημέρωσε το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, εκείνο αρνήθηκε την πίστωση των χρημάτων, ισχυριζόμενο ότι η αποκάλυψη των κωδικών συνιστούσε βαριά αμέλεια.
Υιοθετώντας τις προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα, Αθανάσιου Ράντου, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφάνθηκε ότι βάσει του ενωσιακού δικαίου, η τράπεζα οφείλει σε πρώτο χρόνο να αποκαταστήσει πλήρως το ποσό της συναλλαγής. Η μόνη περίπτωση στην οποία επιτρέπεται άρνηση της άμεσης πίστωσης είναι όταν υφίστανται σαφείς και βάσιμες υπόνοιες ότι ο ίδιος ο δικαιούχος ενήργησε δόλια – γεγονός που η τράπεζα υποχρεούται να καταγγείλει εγγράφως στην αρμόδια εποπτική αρχή.
Η μεταφορά του βάρους της απόδειξης στο πιστωτικό ίδρυμα
Η ευρωπαϊκή ετυμηγορία ξεκαθαρίζει πως η άμεση επαναφορά των κεφαλαίων δεν καθιστά την αποζημίωση οριστική. Εφόσον η τράπεζα διαθέτει αποδείξεις ότι ο πελάτης παραβίασε με δόλο ή βαριά αμέλεια τις υποχρεώσεις ασφαλείας, διατηρεί το δικαίωμα να διεκδικήσει την επιστροφή των χρημάτων. Ωστόσο, η κρίσιμη τομή έγκειται στο ότι το βάρος της δικαστικής διεκδίκησης μεταφέρεται πλέον στο τραπεζικό ίδρυμα, προστατεύοντας άμεσα τη ρευστότητα των πολιτών απέναντι σε ολοένα πιο περίπλοκες κυβερνοεπιθέσεις.
Η ελληνική νομολογία και οι ευθύνες των τραπεζών
Η απόφαση του ΔΕΕ ευθυγραμμίζεται με την πρόσφατη τάση των εθνικών δικαστηρίων, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας. Χαρακτηριστική είναι η απόφαση 1489/2026 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο έκανε δεκτή έφεση πολιτών εις βάρος τραπεζικού ιδρύματος, επιδικάζοντας αποζημίωση 9.800 ευρώ για αφαίρεση ποσού μέσω ηλεκτρονικής απάτης, καθώς και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη.
Το σκεπτικό της ελληνικής δικαιοσύνης υπογράμμισε ότι, ακόμη και σε περιπτώσεις όπου μια συναλλαγή φαίνεται τυπικά επικυρωμένη, οι τράπεζες φέρουν αυξημένη υποχρέωση πρόνοιας και προστασίας των συναλλασσομένων, οφείλοντας να διαθέτουν συστήματα έγκαιρου εντοπισμού και αποτροπής ύποπτης δραστηριότητας. Η απόφαση του ΔΕΕ έρχεται πλέον να θωρακίσει νομικά αυτή την προσέγγιση σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή επικράτεια.






















